Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗ

  • του Δημήτρη Ραβάνη - Ρεντή, από την Συλλογή "Ρεπορτάζ από ένα θερμό Νοέβρη"


ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
Ναι, έρχομαι από ΕΚΕΙ.
Τι μέρα είναι σήμερα;
Απ’ την Τετάρτη μπήκα μέσα.
Τι να σας πω;
Κόσμος πολύς στα κάγκελα, στο δρόμο, στην αυλή,
στα κάγκελα δεμένα χέρια,
χέρια, πλακάτ, κεφάλια, όπλα,
τι να σας πω;
Και βέβαια είχε αίμα.
Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;
Τ' αφήσαμε ΕΚΕΙ τα τσιγάρα,
πολλά τσιγάρα
κι ένα ταψί με κριθαράκι που μας έφερε η γριά.
Μήπως έχετε ένα ηρεμιστικό;
Ή, καλύτερα, ένα τσιγάρο.
Μα, ναι... Ήμουνα ΕΚΕΙ.
Τι να σας πω;
Δυο χιλιάδες; Τρεις χιλιάδες;
κι άσε τους έξω...
Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου.
Βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ
απ' την Τετάρτη... ή την Τρίτη;
Στα κάγκελα δεμένα χέρια, πρόσωπα, πλακάτ,
με το φορείο φέραν μια κοπέλα.
Όχι, δεν ξέρω πόσων χρονών.
Όχι, δε φαινότανε το πρόσωπό της.
Όχι, σας λέω, το αίμα δεν είναι δικό μου...
Τι σας έλεγα; Για την κοπέλα.
Όχι, δεν ξέρω πώς τη λένε.
Ναι, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Κανείς δεν ήθελε να φύγει.
Τα τανκς στεκόντουσαν στην πόρτα,
έξω απ' τα κάγκελα,
όχι, μέσα απ' τα κάγκελα,
όχι... έξω...
Μα, βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Τι να σας πω;
Όχι, δεν θέλω επίδεσμο, το αίμα δεν είναι από μένα..,
Δύο φαντάροι μ' έκρυψαν σ' ένα σκουπιδοτενεκέ
Χέρια δεμένα στις ερπύστριες,
μάτια, μαλλιά,
τα μάτια στα κάγκελα,
ανάμεσα στα κάγκελα...
Μόνο να ξημερώσει, λέγαμε...
Και βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Πώς να τα πω με τη σειρά;
Πέρασαν κι άλλοι από δω;
Κάτι κορίτσια, κάτι αγόρια...
Και βέβαια είχαμε νεκρούς.
Τι θα πει «πόσους;»
Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου,
δε θέλω επίδεσμο...
Με συγχωρείτε, πρέπει να πηγαίνω,
η μάνα μου θ' ανησυχεί.
Τι να σας πω;
Δεν ξέρω...
Μα ναι...
ήμουνα ΕΚΕΙ...

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ



12 μήνες που δεν άλλαξαν τον κόσμο: Νοέμβρης 73 - Νοέμβρης 74
ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1973 - ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1974
ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ. ΙΟΣ e-mail
.
Παρά την πλούσια -κυρίως δημοσιογραφική ή βιωματική- βιβλιογραφία που έχει συγκεντρωθεί επί δεκαετίες για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι τα γεγονότα του 1973 εξακολουθούν να κρύβουν κάποιο μυστήριο και σίγουρα προκαλούν το ενδιαφέρον των νέων που με διάφορους τρόπους μπαίνουν στους κοινωνικούς αγώνες και ανακαλύπτουν στη δική τους πραγματικότητα κάτι από τα υπολείμματα του πυκνού εκείνου Νοέμβρη.
Δύο από τα ερωτήματα που επανέρχονται, κάθε χρόνο, στις επετειακές συζητήσεις γύρω από το Πολυτεχνείο του '73 είναι απ' τη μια ο πολιτικός χαρακτήρας της εξέγερσης (ποιοι την προκάλεσαν, ποιοι μετείχαν, ποια ήταν τα πολιτικά της αποτελέσματα) και από την άλλη η πραγματική εικόνα των 60 εκείνων ωρών που επανέφεραν το ξεχασμένο αίτημα της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής ανατροπής.
Λίγο ενδιαφέρει ύστερα από τόσα χρόνια η δικαίωση ατόμων, πολιτικών ομάδων ή ακόμα και θεωρητικών κατασκευών. Η πολιτική εκμετάλλευση της υπόθεσης έχει εξαντληθεί και η προσωπική εξαργύρωση της συμμετοχής είναι πλέον μουσειακού τύπου.
Το ίδιο, όμως, το γεγονός δεν βολεύεται στα όρια των ιστορικών αναγνωσμάτων. Οι σημερινοί φοιτητές και μαθητές αναζητούν το νήμα εκείνων των γεγονότων, όπως όσοι μετείχαν στο αντιδικτατορικό κίνημα έψαχναν την ιστορία της εθνικής αντίστασης και του εμφυλίου. Αλλά το σημαντικό είναι να συγκροτήσουν οι ίδιοι προσωπική άποψη γι' αυτά τα γεγονότα.
Με δεδομένο ότι έχουν ειπωθεί περίπου τα πάντα για το ίδιο το τριήμερο της εξέγερσης και όσα προηγήθηκαν με την απόπειρα φιλελευθεροποίησης του χουντικού καθεστώτος, θεωρούμε εξαιρετικά ενδιαφέρον και σχετικά αγνοημένο το χρονικό διάστημα που ακολούθησε. Και όμως. Οσα διαδραματίστηκαν τους δώδεκα μήνες μετά την εξέγερση αποτελούν τον πιο σίγουρο οδηγό για την κατανόηση της πολιτικής σημασίας της πέρα από τις υπερβολές και τις μυθοποιήσεις.
Οχτώ μήνες χούντας


Χωρίζουμε αυτούς τους δώδεκα μήνες στα δύο: Από τον Νοέμβρη του '73 μέχρι τη μεταπολίτευση, στα τέλη του Ιούλη του '74, και από κει έως την πρώτη επέτειο, τον Νοέμβρη του '74.
Η περιγραφή της πρώτης περιόδου θα μας δώσει απαντήσεις για το χαρακτήρα της εξέγερσης, για το φοιτητικό κίνημα και τις οργανώσεις που δρούσαν εκείνη την περίοδο. Η ανάλυση της δεύτερης περιόδου θα μας αποκαλύψει κάτι πολύ σημαντικό: ότι η εικόνα που έχουμε για το Πολυτεχνείο όλα αυτά τα χρόνια είναι σε μεγάλο βαθμό κατασκευή της μεταπολίτευσης.
Αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης εξαπολύθηκε από τη χούντα του Παπαδόπουλου κύμα συλλήψεων με στόχο τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης που είχαν διαφύγει το βράδυ των τανκς. Η καταστολή εντάθηκε μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου και την ανάδειξη του διοικητή της ΕΣΑ σε νέο ισχυρό άνδρα του καθεστώτος στις 25 Νοεμβρίου.
Η σφαγή στο Πολυτεχνείο και όσα ακολούθησαν διέλυσαν το κίνημα στα πανεπιστήμια, το οποίο είχε συγκροτηθεί διευρύνοντας διαρκώς τα όρια της χουντικής νομιμότητας και εκμεταλλευόμενο την απόπειρα φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος.
Οσα στελέχη του φοιτητικού κινήματος διέφυγαν το πρώτο κύμα καταστολής υποχρεώθηκαν να βγουν στην παρανομία. Αλλά ποια παρανομία;
Οι συνωμοτικοί μηχανισμοί ήταν ανύπαρκτοι. Ακόμα και οι πολιτικές οργανώσεις της νεολαίας που είχαν επανασυγκροτηθεί μετά το 1972, παρασυρμένες από τους μαζικούς αγώνες που ακολούθησαν, είχαν στην ουσία παραμερίσει τους συνωμοτικούς μηχανισμούς, ενώ στην πλειονότητά τους τα στελέχη τους ταυτίζονταν με τους γνωστούς συνδικαλιστές των σχολών, ήταν δηλαδή εύκολος στόχος.
Καμιά μαζική εκδήλωση δεν έγινε δυνατόν να οργανωθεί σ' αυτό το διάστημα, παρά τις προσπάθειες κάποιων μικρών οργανώσεων που υποτιμούσαν την πραγματική έκταση της συντριβής που είχε υποστεί το φοιτητικό κίνημα. Πιο χαρακτηριστική, η απόπειρα του ΕΚΚΕ και της ΑΑΣΠΕ να καλέσει σε «παλλαϊκές συγκεντρώσεις» ένα μήνα μετά την εξέγερση:
«Τη Δευτέρα κλείνει μήνας από το ματοκύλισμα του Πολυτεχνείου», διαβάζουμε σε προκήρυξη του ΕΚΚΕ.
«Οι νέοι υπηρέτες των Αμερικάνων τρέμουν τις εκδηλώσεις που ετοιμάζει ο λαός. Γι' αυτό προσπαθούν με την τρομοκρατία και την προβοκάτσια να σπείρουν τη σύγχυση και να ματαιώσουν τη λαϊκή κινητοποίηση. Όμως, η παλλαϊκή κινητοποίηση θα γίνει! Να κατέβουμε όλοι τη Δευτέρα στο κέντρο της Αθήνας. Να σχηματίσουμε παντού διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις».
Βέβαια, καμιά παλλαϊκή κινητοποίηση δεν έγινε. Ο μόνος που κινητοποιήθηκε ήταν η αστυνομία της χούντας, που φρόντισε με την έντονη παρουσία της να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο, ακόμα και μικρής, συγκέντρωσης.

Εκτός τόπου και χρόνου ήταν και το σύνθημα της «μαζικής και ενεργητικής αποχής» στα πανεπιστήμια, τη στιγμή που τα πιο ενεργά στελέχη του κινήματος βρίσκονταν στην Ασφάλεια, το ΕΑΤ-ΕΣΑ ή στα αυτοσχέδια κρησφύγετά τους.
Με λίγα λόγια, η περίοδος μέχρι τη μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αδυναμία ανασυγκρότησης του φοιτητικού κινήματος, το οποίο βρέθηκε στην ανάγκη να ξεκινάει από το μηδέν και όχι απλά αποκεφαλισμένο, αλλά αποδεκατισμένο.
Από την πλευρά της, η χούντα συνέχιζε την τρομοκρατία με στόχο πλέον τις οργανώσεις της αριστεράς. Στις 19.2.74 η αστυνομία ανακοίνωσε την εξάρθρωση του μηχανισμού του ΚΚΕ με 32 συλλήψεις, τον Μάρτιο είχε σειρά το ΕΚΚΕ (34 συλλήψεις), η ΕΔΕ (15 συλλήψεις) και διάσπαρτα μέλη άλλων ομάδων.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η προσωπική κρίση που περιγράφει ότι ένιωσε ο Δημήτρης Χατζησωκράτης εκείνη την περίοδο της πλήρους απομόνωσης και η αναζήτηση για νέες μορφές πάλης «πολύ δυναμικότερες», παρόμοιες με εκείνες που είχαν χρησιμοποιηθεί τα πρώτα χρόνια της αντίστασης.
Για το τελευταίο αυτό οκτάμηνο της δικτατορίας ισχύει η παρατήρηση του Βασίλη Παναγιωτόπουλου, ότι δηλαδή είναι «η λιγότερο διαφανής και λιγότερο μελετημένη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας» («Ελευθεροτυπία», 17.11.93). Στο ίδιο κείμενο, ο ιστορικός διατυπώνει την εκτίμηση ότι, όσο είναι παρανόηση να αποδίδουμε τη δεύτερη φάση και τη διαιώνιση της δικτατορίας σε έμμεση αρνητική επίπτωση της εξέγερσης, άλλο τόσο δεν ισχύει και ότι η πτώση της δικτατορίας μπορεί να αποδοθεί έμμεσα ή άμεσα στο Πολυτεχνείο.
Σε όλο αυτό το οκτάμηνο διάστημα, κάθε δημόσια συζήτηση περί Πολυτεχνείου είναι φυσικά απαγορευμένη. Οι μόνες εικόνες που εντυπώνονται σε όσους δεν το έζησαν είναι η σκηνοθετημένη παρουσίαση των καταστροφών από τον υπουργό προπαγάνδας του Μαρκεζίνη, τον Σπύρο Ζουρνατζή (18.11.73), και η άθλια τηλεοπτική ανάκριση κρατούμενων φοιτητών από τον Μαστοράκη, μέσα στο ΚΕΒΟΠ (24.11.73).
Από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης άρχισε να γίνεται αναφορά στη «θυσία» του Πολυτεχνείου και τον «ηρωισμό» των παιδιών. Λες και μια ολόκληρη κοινωνία ανακάλυπτε ξαφνικά ένα κοινό μυστικό. Σιγά - σιγά άρχισαν και τα σχετικά δημοσιεύματα.
Τέσσερις μήνες δημοκρατίας
Οι εφημερίδες της αριστεράς δεν έβγαιναν ακόμα. Τα πρώτα αφιερώματα συναντάμε στη «Χριστιανική» του Νίκου Ψαρουδάκη (Νίκου Καστρινού «Εδώ Πολυτεχνείο», 3.8.74) και στα «Νέα» (Μηνάς Παπάζογλου «Χρονικό», 5-6.8.74). Λίγες μέρες αργότερα, αρχίζει σε συνέχειες και το αφήγημα της Κωστούλας Μητροπούλου «Το χρονικό των τριών ημερών» («Το Βήμα», 11-15.8.74).
Αλλά οι πρώτοι που έσπευσαν να εκλαϊκεύσουν όπως εκείνοι νόμιζαν το «μήνυμα» του Πολυτεχνείου δεν ήταν άλλοι από τους επιθεωρησιογράφους!
Κάνοντας απολογισμό της θεατρικής σεζόν, η Σούλα Αλεξανδροπούλου («Καθημερινή», 19.9.74) περιγράφει πώς «αμέσως μετά τις 23 Ιουλίου οι τίτλοι των επιθεωρήσεων αλλάζουν, γίνονται πιο επίκαιροι και προκλητικοί, ενώ τα περισσότερα από τα νούμερα παραμένουν ίδια, με "ελεύθερες προσθήκες" από τους ηθοποιούς. Οι πρώτες έντονες αντιδράσεις κριτικών και κοινού για την ασύστολη εκμετάλλευση του θέματος Πολυτεχνείο δημιουργούν μια μικρή κάμψη. Πλην όμως προσωρινή».
Υποχρεώθηκαν, πράγματι, ήδη από τις 7 Αυγούστου φοιτητές του ΕΜΠ να καταγγείλουν τις επιθεωρήσεις αυτές: «Στιγματίζουμε την εκμετάλλευση της ιερότερης στιγμής του επτάχρονου αγώνα του λαού μας που είναι και μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας. Εννοούμε φυσικά το Πολυτεχνείο. Δεν είναι δυνατόν να το ανεχτούμε». Η πρώτη, δηλαδή, μαζική ενημέρωση για την εξέγερση συνδέεται μ' αυτή τη θεατρική τυμβωρυχία και τα χιουμοριστικά σκετσάκια για τα βασανιστήρια, την ΕΣΑ και τη Γυάρο.
Για να αντιληφθεί κανείς τις συνθήκες της εποχής, σημειώνουμε ότι δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι η ανασφαλής ακόμα μεταπολιτευτική κυβέρνηση είχε διάθεση να ασχοληθεί με τη σφαγή. Στις 28.8.74 το υπουργείο Δημόσιας Τάξης έσπευσε να διαψεύσει ότι διενεργείται έρευνα για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου: «Εις αθηναϊκάς εφημερίδας της σήμερον αναγράφεται ότι διετάχθη υφ' ημών έρευνα προς διακρίβωσιν των συνθηκών, υφ' άς διεδραματίσθησαν τα γεγονότα της 16-17 Νοεμβρίου 1973. Τούτο δεν είναι αληθές και ουδεμία τοιαύτη διαταγή εξεδόθη». Και για να μη μείνει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της κυβέρνησης, ο υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Γεώργιος Ράλλης χαρακτήρισε «ανεύθυνες φήμες» ότι «θα καταλογισθούν ευθύναι διά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου» και απέδωσε στις εφημερίδες «συναγωνισμό προς ανάξεσιν πληγών του προσφάτου παρελθόντος» και «διά λόγους εντυπωσιασμού του αναγνωστικού κοινού αναρρίπισις παθών και ανησυχιών».
Δεν πέρασε ούτε μία εβδομάδα και η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αναδιπλωθεί: Στις 5 Σεπτεμβρίου ανατέθηκε στον εισαγγελέα Δημήτριο Τσεβά η προανάκριση για την υπόθεση του Πολυτεχνείου. Μάλιστα, στις 10.9.74 επισκέφτηκαν συμβολικά το Πολυτεχνείο τρεις υπουργοί για να «προσκυνήσουν» το χώρο. Ανήκαν, όμως, και οι τρεις στη σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα της κυβέρνησης Καραμανλή (Μαγκάκης, Τσάτσος, Αλαβάνος). Στις 11.9.74 διενήργησε αυτοψία στο Πολυτεχνείο ο ίδιος ο εισαγγελέας Τσεβάς.
Ακόμα και η κλασική εικόνα με το τανκ να ρίχνει την πόρτα του Πολυτεχνείου δεν ήταν γνωστή εκείνη την περίοδο και, μάλιστα, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι θα 'πρεπε να μεταδοθεί από την κρατική τηλεόραση. Υπήρχαν κάποιες σχετικές φωτογραφίες (όπως αυτή που δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού «Επίκαιρα» στις 8.8.74), αλλά η ταινία της ολλανδικής τηλεόρασης άργησε πολύ να κυκλοφορήσει ελεύθερα για το ελληνικό κοινό.
Κάποια στιγμιότυπα δημοσίευσε ο «Ταχυδρόμος», με το χαρακτηριστικό πρωτοσέλιδο «Στα χέρια μας το φιλμ του Πολυτεχνείου» (5.9.74). Όπως αναφέρει το «Βήμα» στις 15.9, «η ταινία της ολλανδικής τηλεοράσεως προβάλλεται συχνότατα αυτόν τον καιρό στην Αθήνα, στο σπίτι του πρώην βουλευτού της Ε.Κ. κ. Ι. Κουτσοχέρα».
Από τις αρχές Οκτωβρίου άρχισε η ταινία να παίζεται και στο Πολυτεχνείο, στο πλαίσιο της έκθεσης με ντοκουμέντα και έργα τέχνης εμπνευσμένα από την εξέγερση. Έπειτα από πολλές περιπέτειες ανακοινώθηκε ότι η ταινία θα προβληθεί το Σάββατο 26.10 από την κρατική τηλεόραση. Την τελευταία στιγμή, όμως, η προβολή ματαιώθηκε για «τεχνικούς λόγους», ενώ ο γενικός διευθυντής του ΕΙΡΤ Δημήτρης Χορν «σε ερώτηση σχετικά με την τύχη της ταινίας, που σημειωτέον έχει προβληθεί εδώ και καιρό σε χώρες του εξωτερικού, τόνισε ότι, όπως ελπίζει, θα μπορέσει να διευκρινίσει το θέμα αυτό εντός της εβδομάδος» («Το Βήμα», 29.10.74). Την επομένη, η ίδια εφημερίδα αποκαλύπτει ότι «η απαγόρευση της ταινίας προήλθε από την κυβέρνηση, με την αιτιολογία της πιθανότητας να προκληθούν ταραχές και δυσάρεστο κλίμα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου».
Για να καλύψει τη σκανδαλώδη απαγόρευση, η κυβέρνηση έβαλε μπροστά τη γενική διεύθυνση του ΕΙΡΤ, η οποία με μακροσκελή ανακοίνωση υποστήριξε ότι «απέκτησε το ολλανδικό φιλμ με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στις 22 Οκτωβρίου. Αμέσως η Διεύθυνση πήρε την απόφαση να το παρουσιάσει και ανήγγειλε την προβολή για τις 26 Οκτωβρίου. [...] Το ΕΙΡΤ ήλθε σε συνεννόηση με το αρμόδιο υπουργείο και απεφασίσθη να αναβληθεί η προβολή για να γίνει επεξεργασία με ελληνικούς υποτίτλους ώστε και κατανοητό από όλους να είναι το φιλμ και να διατηρηθεί η αυθεντικότητά του. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος της αναβολής».
Οι πρώτες κάλπες
Φυσικά δεν πείστηκαν παρά όσοι ήθελαν να πειστούν. Η ταινία παίχτηκε τελικά την Κυριακή 3 Νοεμβρίου, στο μέσο της προεκλογικής περιόδου, χωρίς, βέβαια, να προκληθούν «ταραχές» που φοβόταν η κυβέρνηση. Ενδεικτικό για το κλίμα της εποχής και την καχυποψία με την οποία αντιμετωπιζόταν κάθε σχετική πρωτοβουλία είναι το γεγονός ότι το ΕΙΡΤ υποχρεώθηκε να καλέσει στο στούντιό του τον ανταποκριτή της ολλανδικής τηλεόρασης Α. Κουράντ, στον οποίο οφείλεται το ιστορικό αυτό ντοκουμέντο, για να επιβεβαιώσει ότι η κόπια που μεταδόθηκε ήταν πανομοιότυπη με τη δική του!
Το «Βήμα», μάλιστα, φιλοξένησε σχετική επιβεβαίωση και του Κώστα Σημίτη, ο οποίος είχε δει την ταινία στο Σύνδεσμο Ελλήνων Φοιτητών του Πανεπιστημίου Γκίσεν της Δ. Γερμανίας όπου δίδασκε (6.11.74).
Ο κ. Κουράντ ξεκαθάρισε πάντως ότι δεν είχε δώσει στο ΕΙΡΤ τη δεύτερη ταινία του που κάλυπτε όλα τα γεγονότα μετά την εισβολή των τανκς και συγκεκριμένα την αιματηρή καταστολή των συγκεντρώσεων και τις συλλήψεις το Σάββατο, την Κυριακή και τη Δευτέρα (17-19.11.73).
Η πολιτική κίνηση που επρόκειτο να σφραγίσει την ιστορική ανάμνηση των γεγονότων του Πολυτεχνείου ήταν η επιλογή του Καραμανλή να διεξαγάγει τις εκλογές κατά την πρώτη επέτειο της εξέγερσης. Κύκλοι της Νέας Δημοκρατίας ανέφεραν στις 30.9 ότι η πιθανότερη ημερομηνία για τις εκλογές είναι η 10η Νοεμβρίου. Δυο μέρες αργότερα, το υπουργικό συμβούλιο ανακοίνωσε ότι τελικά επιλέχθηκε η 17η Νοεμβρίου. Ως δικαιολογία προβλήθηκε ότι η παράταση αυτή δόθηκε για να έχει λίγο περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του ο Γεώργιος Μαύρος, αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, ο οποίος με την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών είχε υποχρεωθεί να λείπει για μεγάλο διάστημα. Πάντως, σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητούσε μετάθεση του χρόνου των εκλογών για αργότερα, έτσι ώστε να μπορέσει να συγκροτηθεί καλύτερα.
Τη σύνδεση της επετείου με τις εκλογές διατυπώνει πρώτη φορά η ΟΝΝΕΔ, απαντώντας στην «ανεδαφική επιχειρηματολογία διά της οποίας επιχειρείται η ματαίωσις των εκλογών». Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «οι ελεύθερες εκλογές της 17ης Νοεμβρίου είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τα παιδιά που αγωνίσθηκαν και έπεσαν στο Πολυτεχνείο, γιατί αποτελούν την πανηγυρική επιβεβαίωση της νίκης των δημοκρατικών δυνάμεων και της παγιώσεως των ελευθέρων δημοκρατικών θεσμών της χώρας».
Ο ίδιος ο Καραμανλής, όπως αναλύουμε σε διπλανή στήλη, ήταν ο μόνος παλαιός πολιτικός που κράτησε στάση απόλυτης αδιαφορίας κατά τη διάρκεια των γεγονότων. Ομως η κίνησή του να ταυτίσει τις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης με την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες:
Από τη μια μεριά οδήγησε σε οριστική ρήξη στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος μεταξύ των εκπροσώπων της παραδοσιακής αριστεράς (κυρίως του Ρήγα Φεραίου και της Αντι-ΕΦΕΕ) και των υπεραριστερών ριζοσπαστικών ομάδων. Οι πρώτοι δέχτηκαν την επιλογή της κυβέρνησης και αποφάσισαν να οργανωθεί ο εορτασμός την πρώτη Κυριακή μετά τις εκλογές (24.11), ενώ οι άλλοι προχώρησαν σε μια εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης, συγκεντρώνοντας δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε πορεία προς την Καισαριανή την Παρασκευή, 15.11.
Από την άλλη, η κίνηση του Καραμανλή επέτρεψε στους υποστηρικτές του να εμφανιστούν ότι τιμούν τους «ήρωες» του Πολυτεχνείου, χωρίς να ταυτίζονται βέβαια με το περιεχόμενο της δράσης των εξεγερμένων.
Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι ο Καραμανλής σημάδεψε μ' αυτό τον τρόπο την εικόνα για το Πολυτεχνείο που διαμορφωνόταν τότε από τα μέσα ενημέρωσης και τις πολιτικές δυνάμεις. Κατά το τριήμερο του επίσημου εορτασμού (22-24.11) κορυφώθηκε η καθημερινή προσέλευση χιλιάδων πολιτών στο Πολυτεχνείο κυρίως με τη μορφή πολιτικού μνημόσυνου, την κατάθεση λουλουδιών και σημειωμάτων στα κάγκελα.
Η εικόνα κι η αλήθεια
Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή των περισσότερων Αθηναίων με την ιστορία της εξέγερσης. Και την Κυριακή πραγματοποιήθηκε η περίφημη πορεία του ενός εκατομμυρίου προς το ΕΑΤ-ΕΣΑ και την Αμερικανική Πρεσβεία. Η μαζικότητα αλλά και τα συνθήματα της πορείας (ιδίως το αυτοκριτικό αλλά και αυτοκτονικό «λαέ, ντροπή σου για την εκλογή σου») ήταν βαθιά επηρεασμένα από τον εκλογικό θρίαμβο του Καραμανλή, η διαδήλωση πήρε δηλαδή τη μορφή μιας άτυπης αντιπολιτευτικής διαμαρτυρίας. Ομάς ταυτόχρονα αυτή η μαζική προσέλευση έδωσε και έναν πανεθνικό χαρακτήρα στην εκδήλωση, την οποία επισφράγισε το σύνολο του τύπου, με τη μοναδική εξαίρεση του χουντικού «Ελεύθερου Κόσμου». Αλλά μ' αυτό τον τρόπο μεταλλάχθηκε η ίδια η ανάμνηση του γεγονότος.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από τότε επικράτησε η πλανημένη εικόνα ενός παλλαϊκού ξεσπάσματος που οδηγήθηκε στη σφαγή. Λέγοντας «Πολυτεχνείο», στη σκέψη των πολλών έρχεται από τότε η εικόνα του ενός εκατομμυρίου του 1974 και όχι των δεκάδων χιλιάδων του 1973.
Από τότε θεωρήθηκε η εξέγερση ηρωικό ξέσπασμα του έθνους και απογυμνώθηκε από τον αριστερό και επαναστατικό της χαρακτήρα. «Κανείς δεν νομιμοποιείται να μονοπωλήσει ή να οικειοποιηθεί το μεγάλο γεγονός» έγραφε το «Βήμα» την ημέρα του εορτασμού: «Ανήκει στο Έθνος και είναι σύμφυτο και -αλίμονο- σύνηθες γεγονός της ιστορίας του» (24.11.74). Κάτι σαν Ζάλογγο ή Αρκάδι, συμπληρώνουμε εμείς.
Αυτή ήταν η δεύτερη νίκη του Καραμανλή, μία μόλις εβδομάδα μετά τον εκλογικό του θρίαμβο.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ


ΚΑΘΕ ΝΟΕΜΒΡΗ...
Κάθε Νοέμβρη, ο νους και η καρδιά μας είναι εκεί, στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, στην ηρωϊκή εξέγερση των φοιτητών, της νεολαίας και ολόκληρου του ελληνικού λαού κατά της τυραννίας, το Νοέμβριο του 1973.

Το Πολυτεχνείο συμβολίζει, όχι μόνο τον ηρωϊκό αγώνα αλλά και την ενότητα όλων των δημοκρατών. Οι αγώνες του Νοέμβρη αποτελούν την κορυφαία εκδήλωση της εφτάχρονης αντιδικτατορικής πάλης και μια από τις πιο σπουδαίες στιγμές των αγώνων του λαού μας και της νεολαίας ειδικότερα για την ελευθερία.
Τα ιδανικά της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της ειρήνης, της αγάπης για τη ζωή και τον άνθρωπο, παραμένουν ζωντανά και θα παραμένουν επίκαιρα και αναλλοίωτα, όσα χρόνια και αν περάσουν από εκείνη την εξέγερση. Πάντα ζωντανά να οδηγούν και να φρονηματίζουν τις νέες και τους νέους μας. Πάντα επίκαιρα, ιδιαίτερα που τα κατοπινά χρόνια, κάποιοι άκαπνοι και απόντες εκείνης της εξέγερσης, προσπάθησαν να διαστρεβλώσουν το νόημα της 17ης Νοέμβρη και να μαγαρίσουν τις ιδέες της, καπηλευόμενοι το όνομά της, για να επιδοθούν σε δολοφονίες και ληστείες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Το Πολυτεχνείο ήταν και θα είναι πάντα ένα ζωντανό κάλεσμα για την δημοκρατία, την ανθρωπιά και την ελευθερία. Το Πολυτεχνείο ζει.
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ
Παρά τα σκληρά καταπιεστικά μέτρα των πραξικοπηματιών, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις, τις ομαδικές δίκες στα έκτακτα στρατοδικεία, τα βασανιστήρια, τις εικονικές εκτελέσεις και τις δολοφονίες, συνεχείς ήταν οι αντιδικτατορικές εκδηλώσεις του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, με πρωτοπόρα πάντοτε την αδάμαστη νεολαία.
Ακόμη από τις αρχές του 1973, είχε αρχίσει να εκφράζεται η λαϊκή αγανάκτηση κατά της χούντας όπως η κατάληψη της Νομικής, το Φεβρουάριο του 1973, η διαδήλωση στις 4 Νοεμβρίου 1973, με αφορμή το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου, όπου έγιναν και συλλήψεις αλλά και η διαδήλωση 3.000 φοιτητών για συμπαράσταση στους συλληφθέντες στις 8 Νοεμβρίου. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στις σχολές.
Οι πολιτικές ταραχές ξέσπασαν στην Αθήνα από τις 14 μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου 1973. Οι ταραχές αυτές ξεκίνησαν με την κατάληψη του Πολυτεχνείου από φοιτητές κλιμακώθηκαν με παναθηναϊκή κινητοποίηση κατά του στρατιωτικού καθεστώτος τις 21ης Απριλίου και τερματίστηκαν με την επέμβαση του στρατού.
Απαρχή των γεγονότων θεωρούνται οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων που πραγματοποιήθηκαν το πρωί της Τετάρτης, 14 Νοεμβρίου , και κατέληξαν στην απόρριψη των κυβερνητικών μέτρων, σχετικά με τον προγραμματισμό των φοιτητικών εκλογών. Το απόγευμα της ίδιας μέρας αποφασίστηκε από τους φοιτητές, που στο μεταξύ είχαν συγκεντρωθεί στο Πολυτεχνείο, η κατάληψη του ιδρύματος, κάτω από έλεγχο Συντονιστικής Επιτροπής. Τις βραδινές ώρες τα συνθήματα των συγκεντρωμένων είχαν πάρει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα .
Αλλά ας δούμε το χρονικό των τριών ημερών της εξέγερσης:

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 1973, ώρα 9 π.μ. Εκατοντάδες φοιτητές του Πολυτεχνείου συγκεντρώνονται στο προαύλιο του Ιδρύματος. Αρχίζουν συνελεύσεις για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν το νέο σχέδιο της χούντας για την υποταγή του κινήματος. Συγκέντρωση γίνεται και στη Νομική που αποφασίζει να κατευθυνθεί στο Πολυτεχνείο. Στις 2.00 μ.μ., 5.000 περίπου φοιτητές έχουν συγκεντρωθεί στο Πολυτεχνείο, ενώ αρχίζει να συγκεντρώνεται και άλλος κόσμος. Η Πατησίων δονείται από τα συνθήματα κατά της χούντας. Η Ασφάλεια κινητοποιείται και καλεί τους συγκεντρωμένους να αποχωρήσουν.
Οι συγκεντρωμένοι φοιτητές στο Πολυτεχνείο συγκροτούν μια επιτροπή κατάληψης. Κλείνουν οι πόρτες και στις 8.30 το βράδυ γίνεται η πρώτη συνεδρίαση της συντονιστικής επιτροπής. Αμέσως οι πρώτες προκηρύξεις σκορπίζονται στην Πατησίων που είχε κλείσει από τον συγκεντρωμένο κόσμο.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 1973. Η κατάληψη αποτελεί πόλο έλξης του λαού της Αθήνας που αρχίζει να συρρέει στο Πολυτεχνείο. Ως τις 9.30 το βράδυ η κατάληψη έχει πυκνώσει ενώ ο λαός στους γύρω από το Πολυτεχνείο δρόμους, φωνάζει αντιαμερικανικά και αντιχουντικά συνθήματα. Οι συγκεντρωμένοι παραμένουν όλη τη νύχτα για συμπαράσταση στους φοιτητές της κατάληψης του Πολυτεχνείου.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 1973. Μπαίνουν σε λειτουργία οι πομποί του ραδιοφωνικού σταθμού, οι οποίοι μεταφέρουν το μήνυμα του αγώνα σε όλη την Αθήνα που παρακολουθεί τα γεγονότα.
Στις 9 το πρωί στήνονται τα πρώτα οδοφράγματα και σχηματίζονται δύο μεγάλες διαδηλώσεις στην Πανεπιστημίου και στη Σταδίου.
Το μεσημέρι επιτροπή των αγροτών από τα Μέγαρα, που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στις απαλλοτριώσεις της γης τους, επισκέπτονται τη Συντονιστική Επιτροπή και ο σταθμός μεταδίδει: «Ο λαός των Μεγάρων στέκεται και υπόσχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του φοιτητικού και εργαζόμενου λαού... Ο αγώνας είναι κοινός... Δεν είναι μόνο για την πόλη των Μεγάρων ή το Πολυτεχνείο... Είναι για την Ελλάδα. Για το λαό της που θέλει να καθορίσει τη ζωή του. Να πορευτεί στο δρόμο της προκοπής. Βασική προϋπόθεση, η ανατροπή της δικτατορίας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας».
Οι συγκεντρωμένοι έξω από το Πολυτεχνείο τραγουδάνε το «πότε θα κάνει ξαστεριά».
Το απόγευμα οι διαδηλωτές στο χώρο γίνονται χιλιάδες με συμμετοχή και εργαζομένων. Στις 6 το απόγευμα αρχίζουν οι συγκρούσεις διαδηλωτών και Αστυνομίας με πολλούς τραυματίες.
Στις 7 το απόγευμα μεγάλη διαδήλωση κατευθύνεται στο Πολυτεχνείο και η Αστυνομία χτυπάει. Εμφανίζονται τεθωρακισμένα της Αστυνομίας και πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Στη Σόλωνος, στην Κάνιγγος, στη Βάθη, στην Αριστοτέλους, στην Αλεξάνδρας, στην πλατεία Αμερικής γίνονται μάχες σώμα με σώμα.
Στις 9.30 η Αστυνομία απαγορεύει την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας μέχρι νεοτέρας διαταγής. Στις 11 το βράδυ ο ραδιοσταθμός και τα μεγάφωνα καλούν τον κόσμο να μη φύγει. Οι αύρες έχουν κυκλώσει το χώρο του Πολυτεχνείου και τα δακρυγόνα έχουν πνίξει την περιοχή.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τα πρώτα τανκς εμφανίζονται, ενώ στο νοσοκομείο που οργανώθηκε στο Πολυτεχνείο, μεταφέρονται όλο και περισσότεροι νεκροί και τραυματίες. Στη 1 μετά τα μεσάνυχτα τα τανκς έχουν ζώσει το Πολυτεχνείο. Τα μεγάφωνα και ο ραδιοσταθμός μεταδίδουν: «Μην φοβάστε τα τανκς», «Κάτω ο φασισμός», «Φαντάροι είμαστε αδέρφια σας. Μη γίνετε δολοφόνοι». Στις 1.30 τα τανκς ξεκινούν με αναμμένους τους προβολείς. Οι φοιτητές τοποθετούν μια «Μερσεντές» πίσω από την κεντρική πύλη για να εμποδίσει την είσοδο των τανκς. Οι φοιτητές είναι ανεβασμένοι στα κάγκελα, τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και φωνάζουν στους φαντάρους: «Είμαστε αδέρφια».
Δίνεται διορία 20 λεπτών για να βγουν οι έγκλειστοι, ενώ ένα τανκ παίρνει θέση απέναντι στην είσοδο. Η Συντονιστική Επιτροπή προσπαθεί να διαπραγματευτεί την ασφαλή έξοδο του κόσμου.
Ωρα 2.50, ξημερώματα του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου. Ο επικεφαλής αξιωματικός με μια κίνηση του χεριού του, δίνει την εντολή να ξεκινήσει το τανκ. Η πόρτα πέφτει και το τανκ συνεχίζει την πορεία του φτάνοντας μέχρι τις σκάλες του κτιρίου «Αβέρωφ». Μαζί του μπαίνουν άνδρες της Ασφάλειας και άντρες των ΛΟΚ. Πέφτουν πυροβολισμοί. Υπάρχουν στρατιώτες που βοηθούν τους φοιτητές να φύγουν, αλλά στις εξόδους τούς περιμένουν αστυνομικοί με πολιτικά.
Στις 3.20 δεν υπάρχει πλέον κανένας στο Πολυτεχνείο...
Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ - 22 Φεβρουαρίου, πρωί.
Η κατάληψη της Νομικής Σχολής από τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών άρχισε την Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 1973 και έληξε ύστερα από σχεδόν 35 ώρες, την επομένη το βράδυ. Επρόκειτο για μια πράξη ανοιχτής πρόκλησης προς το καθεστώς της δικτατορίας.
Όμως δεν ήταν μια πράξη ξαφνική. Από την αρχή του χρόνου οι φοιτητές βρίσκονταν σε αναβρασμό. Στα μέσα Ιανουαρίου οι φοιτητές της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και λίγο αργότερα οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής και της Σχολής Χημικών Μηχανικών είχαν κηρύξει αποχή.

Στις 5 Φεβρουαρίου οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφασίζουν γενική αποχή από τα μαθήματα.
Στις 13 Φεβρουαρίου η δικτατορία απαντά με ένα νομοθετικό διάταγμα, βάσει του οποίου θα διακόπτεται η αναβολή στρατεύσεως των φοιτητών που θα κάνουν αποχή κ.λπ

Την ίδια ημέρα και την επομένη γίνεται συγκέντρωση και διαδήλωση μέσα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η Αστυνομία παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και συλλαμβάνει 11 φοιτητές που τους παραπέμπει σε δίκη. Παράλληλα η δικτατορία προβαίνει σε διακοπή της αναβολής στράτευσης δεκάδων φοιτητών.
Στις 16 Φεβρουαρίου καταλαμβάνεται για λίγο η Νομική Σχολή της Αθήνας, ενώ αρχίζει η δίκη των 11 συλληφθέντων στο Πολυτεχνείο.

Η Σύγκλητος του Ε.Μ. Πολυτεχνείου παραιτείται. Πολιτικοί, πνευματικοί άνθρωποι, ακόμη και στρατηγοί εν αποστρατεία σπεύδουν να υπερασπιστούν τους φοιτητές. Την Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου φοιτητές της Νομικής, της Φιλολογίας και της Νομικής καταλαμβάνουν το κτίριο της Νομικής. Στο "ΒΗΜΑ" της 22.2.1973 διαβάζουμε (σελ. 1 και 3): "Τρεις χιλιάδες φοιτηταί ως μετέδωσε το Ασσοσιέιτεντ Πρες παρέμειναν και πέραν του μεσονυκτίου εντός του κτιρίου του Πανεπιστημίου επί των οδών Σίνα, Σόλωνος και Μασσαλίας, εις εκδήλωσιν διαμαρτυρίας διά την άρσιν των αναστολών κατατάξεως των συναδέλφων των. Έξω του κτιρίου διενυκτέρευσαν επίσης ισχυραί αστυνομικαί δυνάμεις, αφού προηγουμένως διέλυσαν μικροσυγκεντρώσεις άλλων και αντιφρονούντων φοιτητών εις τας γύρω παρόδους".

Σε άλλο σημείο αναφέρεται:

"Οι φοιτηταί δεν επέτρεπαν την είσοδο στο κτίριο της οδού Σόλωνος παρά μονάχα στους φοιτητάς με την επίδειξη ταυτότητος. Κατά τις 2 το μεσημέρι οι φοιτηταί που ευρίσκοντο στους διαδρόμους του κτιρίου και στην ταράτσα της Νομικής έδωσαν όρκο, ο οποίος επανελήφθη και από τους φοιτητάς που ευρίσκοντο στις σκάλες και στους κάτω ορόφους του κτιρίου.

Στον όρκο αναφέρεται:

"Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στ' όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β) του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων"".
Η κατάληψη της Νομικής έληξε την άλλη μέρα το βράδυ, ειρηνικά. Παρ' όλο που η αστυνομική δύναμη ξυλοκόπησε με τη βοήθεια τραμπούκων, όσους έβγαιναν από την κατάληψη. Όμως, ο δρόμος για το Πολυτεχνείο είχε ανοίξει..

Στις 8 Οκτωβρίου ο Σπύρος Μαρκεζίνης ορκίζεται πρωθυπουργός με στόχο να κάνει εκλογές και να νομιμοποιήσει το καθεστώς που επέβαλε η χούντα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Χαρίλαος Φλωράκης και άλλοι κάνουν αμέσως δηλώσεις εναντίον αυτής της "μανούβρας" της δικτατορίας. Λίγο αργότερα στο μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου χιλιάδες Αθηναίοι εκδηλώνουν μαχητικά την αντίθεσή τους στο καθεστώς και η Αστυνομία χρησιμοποιώντας όπλα συλλαμβάνει δεκάδες πολίτες, από τους οποίους 17 στέλνει σε δίκη.

Την Τρίτη, 13 Νοεμβρίου φοιτητικές ομάδες καταλαμβάνουν τους χώρους του Πολυτεχνείου, δηλώνοντας ότι κάνουν κατάληψη επ' αόριστον. Εκτός από τις εκδηλώσεις μέσα στο Πολυτεχνείο, οι φοιτητές κατασκευάζουν ραδιοφωνικό πομπό και αρχίζουν να βομβαρδίζουν την Αθήνα με αντιδικτατορικά συνθήματα.

Ο Κώστας Κουρκουμπέτης, φοιτητής το '73, ηλεκτρολόγος στο Πολυτεχνείο και σήμερα καθηγητής Πανεπιστημίου καθώς ξανάβλεπε έπειτα από αρκετά χρόνια σε μία έκθεση στο Πολυτεχνείο τον πομπό αυτό , συγκινημένος θυμήθηκε τις στιγμές εκείνες που μαζί με άλλους πέντε έξι φοιτητές ηλεκτρολόγους τον έφτιαξαν. "Το σήμα δεν ήταν ισχυρό, και κάποιοι "πειρατές" μας έφεραν πομπούς, βάλαμε λάμπες δυνατές και αυξήθηκαν η τάση και η ισχύς, φτιάξαμε και την κεραία. Έχω συγκινηθεί, δεν περίμενα ότι θα δω τον πομπό μετά τόσα χρόνια. Άλλες εποχές...".

Από την επόμενη ημέρα αρχίζουν να συρρέουν φοιτητές και νέοι στο Πολυτεχνείο, ενώ πλήθος λαού καταλαμβάνει τα πεζοδρόμια και σιγά- σιγά κλείνει την Πατησίων, τη Στουρνάρη και την Τοσίτσα, ενώ οι αντιδικτατορικές εκδηλώσεις επεκτείνονται και εκτός Πολυτεχνείου.

Την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου η περιοχή γύρω από το Πολυτεχνείο αποτελεί ουσιαστικά μια ελεύθερη περιοχή, ενώ η Σύγκλητος του Πολυτεχνείου δηλώνει πως "αποκλείει επέμβασιν των αρχών". Ταυτόχρονα αναγγέλλονται και οι καταλήψεις των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Πατρών, ενώ οι πολιτικοί κάνουν δηλώσεις υπέρ των φοιτητών.

Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου η εξέγερση των φοιτητών τείνει να πάρει παλλαϊκό χαρακτήρα και τότε επεμβαίνουν τα τανκς, τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου.

Λίγο αργότερα το τανκ έριχνε την πύλη του Πολυτεχνείου, συνέθλιβε όσους διαδηλωτές δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν και οι ΛΟΚατζήδες ανελάμβαναν να αδειάσουν το Πολυτεχνείο από τους διαδηλωτές, ενώ οι αστυνομικοί χτυπούσαν αλύπητα και συλλάμβαναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.
Το πραξικόπημα Ιωαννίδη είχε ήδη ξεκινήσει, καθώς και η πτώση της δικτατορίας με τίμημα την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και τη διχοτόμηση του νησιού.

ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ


ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, άρχισε εμφύλιος πόλεμος (1945-1949) μεταξύ των κομμουνιστικών δυνάμεων ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και του εθνικού στρατού, που είχε την άμεση υποστήριξη των Άγγλων και Αμερικανών. Με την ήττα των κομμουνιστών, άρχισε να συντηρείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις κλίμα τρομοκρατίας και κατάσταση έκτακτης ανάγκης για δήθεν κομμουνιστική επανάσταση.
Οι κυβερνήσεις του Αλέξανδρου Παπάγου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή χρησιμοποιούσαν το στρατό ως όργανο τρομοκρατίας. Επιπλέον, έως το 1961, με ευθύνη και πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή, δημιουργήθηκε μηχανισμός ελέγχου του Τύπου και της πληροφόρησης, με σκοπό τη στήριξη ενός ουσιαστικά αυταρχικού καθεστώτος. Ο μηχανισμός αυτό αποτελούνταν από στρατιωτικούς και Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, οι μισθοί των οποίων καλύπτονταν από μυστικά κονδύλια της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ) και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ). Οι αξιωματικοί που αποτελούσαν το μηχανισμό αυτό αξιοποίησαν αργότερα την εμπειρία τους επιβάλλοντας τη δικτατορία.
Μέσα στο στρατό υπήρχε παράνομη οργάνωση αξιωματικών, με το όνομα ΙΔΕΑ, που είχε πρόγραμμα πραξικοπήματος. Μέσα στον ΙΔΕΑ, δρούσε ο αξιωματικός Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως υφιστάμενος του στρατηγού Νάτσινα. Οι μηχανισμοί αυτοί, ενεργοποιήθηκαν, ή μάλλον πήραν την εντολή να ενεργοποιηθούν, από τον Τζον Μόρι, πράκτορα της CIA στην Αθήνα, κατ΄ αρχήν για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια όμως με κύριο στόχο την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης, αποτελούμενης μόνο από στρατιωτικούς.
Τον Ιούλιο του 1965 σημειώθηκε σοβαρό ρήγμα στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος Ένωση Κέντρου, γνωστό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας με τον όρο Αποστασία του 1965 ή Ιουλιανά. Αφορμή υπήρξε η απόφαση του Γεωργίου Παπανδρέου να αντικαταστήσει τον Πέτρο Γαρουφαλιά από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και η άρνηση του τότε Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, αν ο διάδοχος του Γαρουφαλιά δεν απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του.
Ο Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί στις 15 Ιουλίου 1965. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1966, ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να σχηματίσει κυβερνήσεις με τη συμμετοχή κατά διαστήματα 48 βουλευτών της παράταξης Ένωση Κέντρου (αποστατών) που εγκατέλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο όρος "Αποστασία"προήλθε από τον χαρακτηρισμό αποστάτες που αποδόθηκε στους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που, υπό την προτροπή του επίσης βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πήραν μέρος ή έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις της περιόδου αυτής. Ο Κωνσταντίνος αρχικά διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη - Νόβα με υπουργούς αποστάτες βουλευτές την Ένωσης Κέντρου. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο. Όλη η περίοδος που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου χαρακτηρίζεται γενικότερα ως περίοδος πολιτικής ανωμαλίας[5].
Η σύγκρουση είχε και οικονομικά αίτια: Όταν η Ένωση Κέντρου ανήλθε στην εξουσία, ο Παπανδρέου είχε επιβάλει στον εκατομμυριούχο μεγαλοεπενδυτή Τόμ Πάπας την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων για τα διυλιστήρια της ESSO (της σημερινής ΕΚΟ). "Ο Πάπας αντέδρασε και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις "σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις"... Τελικά το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα σύμβαση με την ESSO PAPAS, καταργώντας τα περισσότερα από τα μονοπώλια που είχε». Η CIA, η πολυεθνική ESSO και το αφεντικό της δεν υποχώρησαν αλλά υπονόμευαν την κυβέρνηση Παπανδρέου, ενώ «... τη σχέση του με τη CIA παραδέχθηκε ο ίδιος ο Πάπας, σε συνέντευξη που έδωσε στον Φρέντυ Γερμανό".
Στο βιβλίο που έγραψε ο Μακάριος Δρουσιώτης, 1974, Το άγνωστο παρασκήνιο της τουρκικής εισβολής, Αλφάδι, Λευκωσία, 2002, σσ. 14-18 αναφέρει: «... ο Τομ Πάπας ήταν αυτός που συνέδραμε οικονομικά για την εξαγορά των βουλευτών που είχαν αποστατήσει από την Ένωση Κέντρου. Ο Λευτέρης Βόδενας συνεργάτης του τότε εκδότη των εφημερίδων "Μακεδονία" και "Θεσσαλονίκη" ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στην ανατροπή του Παπανδρέου, αφηγείται στο βιβλίο του Χρίστου Χριστοδούλου "Ο εκδότης Ιωάννης Βελίδης":
"... μια μέρα ανέβηκα στον 7ο όροφο της οδού Φιλελλήνων 1 και πήρα κάτι δέματα.... Τα πήρα από τα γραφεία της ESSΟ Πάπας που ήταν εκεί και τα κατέβασα στα γραφεία της "Μακεδονίας" που ήταν στο δεύτερο όροφο. Από κει πέρασαν κάποιοι βουλευτές και τα πήραν».

ΤΟ ΠΡΑΞΗΚΟΠΗΜΑ ΤΗΣ 21ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαίου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.
Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με κωδικό Σχέδιο "Προμηθεύς", με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις τουΣοβιετικού Στρατού. Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.
ΠΗΓΗ: WIKIPEDIA